ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μέχρι τώρα η περιβαλλοντική εκπαίδευση
ασχολείται με την μελέτη και προστασία
των ζωντανών οργανισμών που υπάρχουν
πάνω στη γη, καθώς και με τις ανθρώπινες
δραστηριότητες σε σχέση πάντα με το
άμεσο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Θέματα όπως η χλωρίδα και η πανίδα, οι
επιπτώσεις των δραστηριοτήτων του
ανθρώπου πάνω στα φυτά και τα ζώα καθώς
και η μελέτη των δραστηριοτήτων του
ανθρώπου σε σχέση με το κοινωνικό
περιβάλλον είναι τα πιο συνηθισμένα
θέματα που απασχολούν την
περιβαλλοντική εκπαίδευση και τους κάθε
λογής υπερασπιστές της φύσης.
Ξεχνάμε όμως ότι όλα αυτά βρίσκονται
πάνω σ’ έναν πλανήτη, τον ομορφότερο του
ηλιακού μας συστήματος, που λέγεται γη. Η
γη αντιμετωπίζεται πολλές φορές σαν
κάτι το στατικό, το άψυχο, το ανενεργό. Κι
όμως δισεκατομμύρια χρόνια τώρα, σαν
ένας ζωντανός οργανισμός, μεταβάλλεται,
παρουσιάζει κάποια εσωτερική δράση με
αποτελέσματα που γίνονται αντιληπτά
μέχρι την επιφάνειά της και επηρεάζουν
ανθρώπους, ζώα και φυτά.
Η γη είναι το παγκόσμιο σπίτι μας. Η
γη είναι αυτή που γέννησε τη ζωή, η
προαιώνια μητέρα μας.
Κι όμως. Πολλές φορές δεν δείχνουμε τον
απαιτούμενο σεβασμό απέναντί της. Ίσως
γιατί οι πέτρες, τα βουνά, το χώμα, δε
μιλούν, δεν αισθάνονται δεν μπορούν να
μας αντισταθούν. Οι δραστηριότητές μας
τις περισσότερες φορές κινούνται μέσα
στα πλαίσια του κυρίαρχου, του δυνάστη
που απόλυτου διαχειριστή του φυσικού
συστήματος. Παρεξηγώντας τη βιβλική
ρήση «… και κατακυριεύσατε τη γη…»
αισθανόμαστε απόλυτοι κυρίαρχοι πάνω σ’
αυτή. Βουνά και πέτρες, σπηλιές και
φαράγγια ισοπεδώνονται, γκρεμίζονται,
μετατοπίζονται για χάρη των τεχνικών
μας έργων. Η εκμετάλλευση των σπλάχνων
της γης και η ανεξέλεγκτη εξόρυξη του
πλούτου που κρύβει μέσα της γίνεται τις
πιο πολλές φορές χωρίς έλεγχο με
αποτέλεσμα να κακοποιούνται ή και να
καταστρέφονται σημαντικοί γεωλογικοί
σχηματισμοί.
Κύριος υπαίτιος αυτής της συμπεριφοράς
μας είναι πιστεύουμε η άγνοια. Κανείς δε
σκέφτηκε ότι η πέτρα που χρησιμοποίησε
για να κτίσει το σπίτι του ή να φτιάξει
το φράχτη του υπάρχει στη γη εκατομμύρια
χρόνια τώρα. Κανείς δεν αναλογίστηκε ότι
μέσα στα βράχια κρύβεται η ιστορία της
γης, η ίδια της η ταυτότητα. Και κανένας
δε σκέφτηκε ότι στην περίπτωση της γης
δεν έχει νόημα η λέξη αειφορία., αφού οι
όποιες αλλαγές στο φλοιό της δεν είναι
αναστρέψιμες, ή τουλάχιστον δεν είναι
αναστρέψιμες μέσα σε διάστημα λίγων
γεωλογικών αιώνων (μερικών εκατομμυρίων
ετών).
Στόχος αυτής της εργασίας μας είναι να
παρουσιάσουμε τις γεωλογικές ομορφιές
του τόπου μας, να δείξουμε αυτά που
καθημερινά βλέπουμε αλλά τα
προσπερνούμε απαξιώντας να τους
δείξουμε την προσοχή μας θεωρώντας τα
ασήμαντα. Επίσης θέλουμε να αναδείξουμε
τις καταστροφικές αλλαγές που φέρνουμε
με την αλόγιστη χρήση τη γης και να
προτείνουμε τρόπους για την προστασία
της γεωλογικής μας κληρονομιάς.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ
Το χωριό μας ονομάζεται Παναγία. Το
όνομα του το πήρε από την ομώνυμη
εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Το παλιό του όνομα ήταν «Αναστάσιο». Οι
κάτοικοι του προέρχονται από τους
κατοίκους της αρχαίας πόλης της Θάσου,
οι οποίοι κατά τη διάρκεια της
Τουρκοκρατίας και από το φόβο τόσο των
Τούρκων όσο και κυρίως των Πειρατών που
λυμαίνονταν τα παράλια των νησιών,
αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την
παραθαλάσσια πόλη της Θάσου και να
ανηφορίσουν προς την περιοχή του
Αναστασίου όπου υπήρχε και ο Ναός της
Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της Παναγίας,
όπου και μετακόμισαν, ονομάζοντας και
την περιοχή Παναγία.
Η θέση που διάλεξαν οι μακρινοί μας
παππούδες για να χτίσουν το χωριό τους
δεν ήταν τυχαία. Βρίσκεται ανάμεσα σε
βουνά και είναι έτσι κτισμένο ώστε να μη
διακρίνεται από τη θάλασσα και να είναι
έτσι προστατευμένο από τους πειρατές.
Ακόμα και σήμερα δεν διακρίνεις από τη
θάλασσα τίποτα άλλο, παρά μόνο κάποια
σπίτια που κτίστηκαν τα τελευταία
χρόνια και φυσικά δεν είχαν κανένα
πρόβλημα να ξεφύγουν από τα όρια του
παλιού οικισμού.
Χτίζουν λοιπόν οι κάτοικοι της Θάσου την
Παναγία, πριν από 250 - 300 χρόνια. Τα
κτήματα και οι περιουσίες τους
παραμένουν στο Λιμένα και γι’ αυτό
αναγκάζονται την ημέρα να κατεβαίνουν
όλοι μαζί κατά καραβάνια για να
καλλιεργούν τα κτήματα τους και με τη
δύση του ήλιου να ανηφορίζουν και πάλι
όλοι μαζί για το χωριό. Σιγά σιγά η
Παναγία μεγαλώνει και αποτελεί μαζί με
το θεολόγο τα δυο μεγαλύτερα χωριά του
νησιού, με κάπως μικρότερα το Κάστρο, το
Καζαβήτι και το Ραχώνι. Το 1839 ή 1840 έγινε
πρωτεύουσα της Θάσου σε αντικατάσταση
του θεολόγου που βρίσκεται μακριά από τη
θάλασσα. Αυτή η αλλαγή ήταν καθοριστική,
γιατί μετά από μια μεγάλη περίοδο
απομόνωσης, άρχισε πάλι η επικοινωνία με
την ακτή και τη Καβάλα, που είχε διακόψει
ο κίνδυνος των πειρατών.
Την εποχή αυτή ο Λιμένας έχει μόνο 12
σπίτια και έχει δεχθεί δυο φορές την
επίθεση των πειρατών. Αντίθετα το 1858 η
Παναγία έχει 600 σπίτια και μεγάλη δύναμη
που θα διατηρηθεί μέχρι τα τελευταία
χρόνια του 19ου αιώνα οπότε πρωτεύουσα
της Θάσου γίνεται ο Λιμένας. Η σημερινή
πρωτεύουσα του νησιού, ο Λιμένας, εκείνη
της εποχή αναφέρεται σαν «Σκάλα
Παναγίας» δηλ. το επίνειο της Παναγίας.
Μέσα σ' αυτή τη μεγάλη ανάπτυξη που
γνωρίζει η Παναγία, κυρίως στα τέλη του
περασμένου αιώνα μέχρι και τις αρχές του
τωρινού, οικοδομούνται στο χωριό
αξιόλογα αρχοντικά, σπάνιας ομορφιάς,
λαϊκής παράδοσης και αισθητικής
οικοδομήματα.
Σιγά σιγά όμως εκλείπει ο κίνδυνος των
πειρατών και αρχίζουν οι κάτοικοι να
μετακομίζουν προς το Λιμένα. Έχει
αποκατασταθεί η επικοινωνία με την
Καβάλα και οι νέοι αρχίζουν να αναζητούν
νέα ενδιαφέροντα και νέες προοπτικές
που το χωριό τους δε θα μπορούσε να τους
εξασφαλίσει. Ο ελάχιστος χώρος πάνω στον
οποίο οικοδομούσαν οι παππούδες μας
στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο τα
σπίτια, τα στενά πλακόστρωτα δρομάκια
και η αδυναμία επέκτασης του χωριού μας
μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ανάγκασαν
πολλούς νέους να φύγουν από το χωριό και
να εγκατασταθούν στο Λιμένα. Έτσι σήμερα
έχουν μειωθεί αρκετά οι κάτοικοι του ενώ
αντίθετα ο Λιμένας παρουσιάζει μεγάλη
αύξηση και ανάπτυξη.
Τα τελευταία χρόνια με τη ραγδαία
ανάπτυξη του Τουρισμού παρατηρείται και
στην Παναγία, όπως άλλωστε και σ' όλο το
νησί, μια μεγάλη οικοδομική
δραστηριότητα χωρίς όμως την αισθητική
ούτε τη λειτουργικότητα του χώρου που
είχαν τα παλιά σπίτια. Παρόλο που
υπάρχει νόμος (Φ.Ε.Κ. 594/13-11-1978) με τον
οποίο χαρακτηρίζεται το χωριό
Παραδοσιακός Οικισμός, με καθορισμένες
προδιαγραφές δόμησης, σύνθεσης και
διάταξης κτιρίων και μορφολογικών
στοιχείων, οι σημερινοί κάτοικοι της
Παναγίας καθόλου δεν ενδιαφέρονται γι'
αυτά. Έτσι σιγά σιγά κτίζονται σπίτια
που καμιά σχέση δεν έχουν με τα
παραδοσιακά σπίτια της Παναγίας. Είναι
τελείως ακαλαίσθητα, κτισμένα βιαστικά,
χωρίς καμιά αξιοποίηση του χώρου, του
περιβάλλοντος και των υλικών που αυτό
τους προσφέρει.
Η Παναγία χάνει μέρα με τη μέρα την
παραδοσιακή της φυσιογνωμία και γίνεται
ένα τεράστιο ξενοδοχείο για τα
καλοκαιρινά μπάνια των τουριστών. Αν
συνεχίσει έτσι, τότε ο επισκέπτης δεν θα
έχει τίποτα το ιδιαίτερο να δει στην
Παναγία, παρά μόνο ένα κατάλυμα για ύπνο
και μερικά εστιατόρια για το φαγητό του.
Κι έτσι η προστασία και η διαφύλαξη της
πολιτιστικής μας κληρονομιάς έχει
αφεθεί στους φίλους της γνήσιας λαϊκής
τέχνης, τους λάτρεις της παράδοσης μας.
Ο σημερινός επισκέπτης της Παναγίας,
μπορεί ακόμα να απολαύσει τις φυσικές
της ομορφιές, κάτω από τη σκιά αιωνόβιων
πλατάνων, να δροσιστεί από τα
κρυσταλλένια νερά των πηγών της που δεν
σταματούν, χειμώνα - καλοκαίρι, να
κυλούν. Δίπλα στην εκκλησία οι τρεις
πηγές τροφοδοτούν με νερό τις
παραδοσιακές βρύσες του χωριού μας. Με «αγώγια»
το νερό αυτό διασχίζει τα δρομάκια και
τα στενά του χωριού, πριν καταλήξει
στους κήπους κι από κει στη θάλασσα.
Φυσικά θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην
αναφέρει κάποιος την εκκλησία του
χωριού μας. Σ' αυτήν οφείλει άλλωστε το
όνομα του. Η εκκλησία μας λοιπόν
παρουσιάζει μεγάλο ιστορικό και
καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Είναι πάρα
πολύ παλιά, παλιότερη ακόμα κι από το
χωριό μας. Στην εκκλησία μας υπάρχουν
λάβαρα και σημαίες Σταυροφόρων, παλιά
σκεύη και εικόνες κι έχει κι ένα
αριστουργηματικό ξυλόγλυπτο τέμπλο.
Στο χωριό μας μπορεί ο επισκέπτης να
βρει την ησυχία και την απλότητα, να
γνωρίσει τους φιλόξενους και γλεντζέδες
κατοίκους. Να γευτεί το υπέροχο ντόπιο
κρασί και τσίπουρο, το γνωστό από τους
προχριστιανικούς χρόνους, και να
τιμήσει δεόντως το θεό Βάκχο. Δεν είναι
τυχαίο άλλωστε ότι ο πολιτιστικός και
μορφωτικός σύλλογος του χωριού μας έχει
το όνομα «ΒΑΚΧΟΣ».
Είναι η Παναγία ένα χωριό στο οποίο ο
επισκέπτης θα μπορέσει να συνδυάσει το
βουνό με τη θάλασσα, την κοσμοπολίτικη
ατμόσφαιρα των ελληνικών νησιών με την
παράδοση και την απλότητα της Ελληνικής
ψυχής και φύσης.
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Όπως παρατηρήσαμε κατά
την περιπλάνηση μας στα δρομάκια και στα
στενά του χωριού μας, τα σπίτια του είναι
κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Ο χώρος
που είχαν οι παππούδες μας για να
οικοδομήσουν ήταν πάρα πολύ μικρός και
γι’ αυτό αναγκάστηκαν να
εκμεταλλευτούν όλο το χώρο και όλα τα
αρχιτεκτονικά τεχνάσματα για να
μπορέσουν να τον αξιοποιήσουν. Σχεδόν
όλα τα σπίτια έχουν εξώστες τα λεγόμενα
«σαχνισιά» που στηρίζονται πάνω σε «φορούσια»
που είναι είτε ίσια ξύλα είτε τα
λεγόμενα «στραβόξυλα» ξύλα δηλ.
καμπυλωτά, που στηρίζουν αυτές τις
πρωτότυπες προεκτάσεις των ορόφων, που
αύξαιναν την επιφάνεια του πρώτου
ορόφου.
Τα «σαχνισιά» τα
κατασκεύαζαν ως εξής:
Τα χοντρά ξύλα που χρησιμοποιούνταν
για τη στήριξη του δαπέδου του ορόφου, τα
άφηναν να προεξέχουν και πάνω στις
προεξοχές τους έκτιζαν με ελαφρά υλικά
τους τοίχους του σαχνισιού και το
στήριζαν όπως είδαμε από κάτω με τα
φορούσια.
Επειδή τα υλικά με τα οποία ήταν
χτισμένο το σαχνισί έπρεπε να είναι όπως
είπαμε ελαφρά, για να μην υποχωρήσει από
το βάρος, γι' αυτό και τα έκτιζαν με τη
μορφή «τσατμάδων». Ο «τσατμάς» ήταν ένας
ας πούμε ξύλινος τοίχος. Διάφορα ξύλα
πλέκονταν μεταξύ τους και στη συνέχεια
τα μεταξύ τους διαστήματα καλύπτονταν
με μικρά πηχάκια ή και λάσπη από ασβέστη,
χώμα, νερό και τρίχες αλόγου ή κατσίκας
το λεγόμενο «κουρασάνι».
Στη διπλανή φωτογραφία διακρίνουμε ένα
«τσατμά». Βλέπουμε πώς ήταν πλεγμένα τα
ξύλα που άφηναν μεταξύ τους ανοίγματα
για παράθυρα, από τα οποία αυτό που
βρίσκεται δεξιά όπως βλέπουμε, έχει
κτιστεί κι έχει κλείσει μεταγενέστερα.
Ανάμεσα υπάρχει η καμινάδα.
Στην διπλανή φωτογραφία διακρίνουμε ένα
«σαχνισί» που στηρίζεται πάνω σε ίσια
ξύλα, ενώ διακρίνονται και τα λεπτά
σανίδια με τα οποία ήταν «χτισμένος» ο
τοίχος του «σαχνισιού».
Τα
υλικά αυτά το κάνουν ελαφρύ κι έτσι
μπορεί εύκολα να στηριχθεί πάνω στα
πλάγια υποστηρίγματα του.
Στην παρακάτω εικόνα έχουμε ένα «σαχνισί»
στηριγμένο πάνω σε στραβόξυλα, πράγμα
που του παρέχει καλύτερη και
ασφαλέστερη στήριξη.
Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν οι
πέτρες και τα ξύλα. Δεν χρησιμοποιούσαν
τσιμέντο ή ασβέστη. Όπως είδαμε και πιο
πάνω χρησιμοποιούσαν το «κουρασάνι «.
Αφού τοποθετούσαν τις πέτρες σε στρώμα,
έβαζαν ένα ξύλο πάνω σ' αυτές και πάνω
στο ξύλο έβαζαν και πάλι πέτρες. Έτσι το
ξύλο έδενε τις πέτρες. Αν δηλ.
αφαιρέσουμε τα ξύλα από μια οικοδομή, η
οικοδομή θα καταρρεύσει.
Οι τοίχοι δεν ήταν πάντα σοβατισμένοι.
Υπήρχε όμως πάντα ένα λεπτό στρώμα
λάσπης που σκοπό είχε κυρίως να καλύψει
τα ανοίγματα ανάμεσα στις πέτρες.
Στην παρακάτω φωτογραφία βλέπουμε
λεπτομέρεια από τον τοίχο όπου φαίνεται
καθαρά ο τρόπος που έκτιζαν οι παππούδες
μας.
Στις σκεπές χρησιμοποιούσαν πλάκες
σχιστόλιθου, που τις έπαιρναν από τα
τοπικά λατομεία. Έτσι υπήρχε ένα
αρμονικό δέσιμο των ανθρώπινων
κτισμάτων με το περιβάλλον.
Σήμερα
που το χωριό είναι χαρακτηρισμένο σαν
παραδοσιακό, οι σκεπές εξακολουθούν να
κτίζονται με πλάκες σχιστόλιθου, οι
οποίες όμως δεν έρχονται από τα τοπικά
λατομεία, αλλά από λατομεία της
Ελευθερούπολης.
Η διαρρύθμιση των σπιτιών εσωτερικά
ήταν ως συνήθως η εξής :
Μια σκάλα, συνήθως εσωτερική, οδηγούσε
στον όροφο, όπου υπήρχε η μεγάλη σάλα «το
χαγιάτι», ανοιχτό από τη μια ή από τις
δυο του πλευρές και γύρω γύρω του τα
δωμάτια αυλίζονταν σ' αυτό.
Το ισόγειο είχε μια μεγάλη πόρτα και
χρησιμοποιούνταν κυρίως σαν αποθήκη
τροφίμων ή ποτών, ή σαν στάβλος για τα
ζώα και συχνά είχε και κάποιο βοηθητικό
δωμάτιο. Παράθυρα δεν είχε. Σιγά σιγά
έπαψαν να κτίζονται σπίτια με χαγιάτια.
Τα χαγιάτια κλείστηκαν και τα σπίτια
κτίζονταν με σάλα, που είχε την ίδια
λειτουργία και το όνομα με το χαγιάτι.
Στην πλειοψηφία τους τα σπίτια είχαν «σαχνισί
« - που περιγράψαμε πιο πάνω - στην
πρόσοψη και αργότερα μπαλκόνι.
Τα
παράθυρα ήταν μικρά και προστατεύονταν
με σιδερένια κάγκελα για το φόβο των
πειρατών.
Οι εξωτερικές πόρτες ήταν μικρές και οι
σκάλες πέτρινες. Χαρακτηριστική είναι η
σκάλα της παρακάτω φωτογραφίας.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των σπιτιών
είναι οι εξωτερικές τους γωνίες. Επειδή
υπήρχε στενότητα χώρου και τα δρομάκια
δεν ήταν τίποτε άλλο από στενά ανάμεσα
στα σπίτια, έκοβαν τις εξωτερικές γωνίες
των σπιτιών, εξοικονομώντας έτσι χώρο
για τα κάρα και τα υποζύγια που
μπορούσαν πιο εύκολα να κάνουν στροφή.
Στην φωτογραφία βλέπουμε μια «κομμένη»
γωνία.
Για
τα προικιά και τα ρούχα τους είχαν τις «μουσάντρες».
Για
τη θέρμανση, τα σπίτια είχαν τζάκια,
κατασκευασμένα από ειδικούς ντόπιους
τεχνίτες.
Τα
ταβάνια ήταν τα λεγόμενα «νταμπλαδωτά»,
φτιαγμένα δηλ. από μεγάλα κομμάτια
σανίδια που τοποθετούνταν το ένα δίπλα
στο άλλο. Μ' αυτόν τον τρόπο γίνονταν
ταβάνια πραγματικά αριστουργήματα, αφού
πάνω σ' αυτά ο κάθε ντόπιος τεχνίτης
έβαζε τη δική του καλλιτεχνική σφραγίδα,
σκαλίζοντας τα και διακοσμώντας τα με
διάφορα σχέδια.
Αυτά
είναι τα παραδοσιακά σπίτια της
Παναγίας. Σήμερα δυστυχώς τα σπίτια αυτά
είναι απλώς μουσειακού ενδιαφέροντος
ερείπια. Σε λίγο η αδιαφορία των
αρμόδιων θα τα οδηγήσει στην πλήρη
ερείπωση. Και ίσως αύριο, στη θέση αυτών
των λαϊκών καλλιτεχνημάτων ξεφυτρώσουν
κάποια ενοικιαζόμενα δωμάτια ή μαγαζιά
«λαϊκής τέχνης».